ακρωτηριασμός


ακρωτηριασμός
[акротириасмос] ουσ. а. обрезывание, гюдрезывание, (штр). ампутирование.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακρωτηριασμός" в других словарях:

  • ἀκρωτηριασμός — amputation masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρωτηριασμός — Η απώλεια ενός μέλους του σώματος ή, ευρύτερα, η απώλεια κάποιας ικανότητας ενός ατόμου. Στην ιατρική α. ονομάζεται η χειρουργική αφαίρεση μέλους ή τμήματος μέλους του σώματος ή τμήματος ενός οργάνου. Οι λόγοι που οδηγούν τον χειρουργό να κάνει α …   Dictionary of Greek

  • ἀκρωτηριασμοί — ἀκρωτηριασμός amputation masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρωτηριασμοῦ — ἀκρωτηριασμός amputation masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρωτηριασμούς — ἀκρωτηριασμός amputation masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρωτηριασμῶν — ἀκρωτηριασμός amputation masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρωτηριασμῷ — ἀκρωτηριασμός amputation masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκρωτηριασμόν — ἀκρωτηριασμός amputation masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακρωτηρίαση — ακρωτηρίαση, η και ακρωτηριασμός, ο 1. η αποκοπή των άκρων σώματος ή πράγματος: Ο ακρωτηριασμός τού έσωσε τη ζωή. 2. υπερβολικό μίκρεμα κάποιου πράγματος: Αυτό δεν ήταν κλάδεμα, αλλά ακρωτηρίαση των δέντρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακρωνία — ἀκρωνία, η (Α) [ἄκρων] πιθ. ο ακρωτηριασμός …   Dictionary of Greek